Όταν το «όχι» δεν είναι αρκετό: Γιατί κάποιοι άνθρωποι ζητούν συνεχώς περισσότερα από εμάς;
Το να είμαστε δίπλα στους ανθρώπους που αγαπάμε, να τους βοηθάμε και να προσπαθούμε να τους κάνουμε χαρούμενους είναι κάτι όμορφο. Τι γίνεται, όμως, όταν η διάθεσή μας να προσφέρουμε αρχίζει να θεωρείται δεδομένη; Όταν κάθε φορά που λέμε «όχι», ο άλλος βρίσκει έναν τρόπο να μας κάνει να αλλάξουμε γνώμη;
Δεν είναι λίγες οι σχέσεις στις οποίες ο ένας καταλήγει να δίνει συνεχώς και ο άλλος να ζητά όλο και περισσότερα. Και το πιο δύσκολο είναι ότι αυτή η ανισορροπία δεν γίνεται πάντα αμέσως αντιληπτή. Μπορεί να κρύβεται πίσω από καθημερινές κουβέντες, μικρές απαιτήσεις και ενοχές που συσσωρεύονται με τον καιρό.
Όταν προσπαθούμε να τους έχουμε όλους ευχαριστημένους
Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται πολύ να αρνηθούν μια χάρη, ακόμη κι όταν δεν έχουν χρόνο, διάθεση ή αντοχές. Είναι οι λεγόμενοι people-pleasers, εκείνοι που βάζουν συχνά τις ανάγκες των άλλων πάνω από τις δικές τους, επειδή φοβούνται μήπως τους στενοχωρήσουν ή χάσουν την αποδοχή τους.
Ωστόσο, υπάρχει και μια άλλη πλευρά που αξίζει να προσέξουμε. Τι συμβαίνει με τους ανθρώπους που δεν δέχονται εύκολα την άρνησή μας; Εκείνους που συνεχίζουν να πιέζουν, ακόμη κι όταν τους έχουμε εξηγήσει ξεκάθαρα ότι δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε να κάνουμε κάτι;
Ο ψυχολόγος και ερευνητής Σκοτ Μπάρι Κάουφμαν χρησιμοποιεί τον όρο pleader για να περιγράψει αυτή τη συμπεριφορά. Πρόκειται για ανθρώπους που μπορεί να ακούσουν ένα «όχι», αλλά δεν σταματούν απαραίτητα εκεί. Επανέρχονται στο ίδιο θέμα, χρησιμοποιούν διαφορετικά επιχειρήματα ή προσπαθούν να επηρεάσουν συναισθηματικά τον συνομιλητή τους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν πάντοτε κακές προθέσεις. Μερικές φορές η επιμονή τους συνδέεται με ανασφάλεια ή με την πεποίθηση ότι πρέπει να πιέσουν για να ακουστούν. Το αποτέλεσμα, όμως, μπορεί να είναι εξίσου κουραστικό για εκείνον που βρίσκεται απέναντί τους.
Πέντε συμπεριφορές που μπορεί να μας κάνουν να υποχωρούμε
Η πίεση μέσα σε μια σχέση δεν εκδηλώνεται πάντα με φωνές ή έντονους καβγάδες. Κάποιες φορές εμφανίζεται μέσα από φράσεις που μοιάζουν αθώες, αλλά τελικά μας κάνουν να αμφισβητούμε τις αποφάσεις μας.
-
Χρησιμοποιούν άλλους ανθρώπους για να μας πείσουν
«Ακόμη και η αδελφή σου συμφωνεί μαζί μου».
Όταν κάποιος επικαλείται τη γνώμη φίλων ή συγγενών για να ενισχύσει το επιχείρημά του, μπορεί να μας κάνει να αισθανθούμε ότι όλοι διαφωνούν μαζί μας. Έτσι, αντί να συζητάμε αυτό που πραγματικά θέλουμε, αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε μήπως είμαστε εμείς οι παράλογοι.
-
Παρουσιάζουν τον εαυτό τους ως τον μόνιμα αδικημένο
«Εγώ κάνω τα πάντα για όλους».
Μια τέτοια δήλωση μπορεί να μας γεμίσει ενοχές, ιδιαίτερα αν έχουμε την τάση να αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τα συναισθήματα των άλλων. Ξαφνικά, η συζήτηση δεν αφορά πια το αίτημα που αρνηθήκαμε, αλλά το πόσο αδικημένος αισθάνεται ο άλλος.
-
Βρίσκουν δικαιολογίες που μοιάζουν με ενδιαφέρον
«Δεν ήθελα να σε πιέσω».
Ας υποθέσουμε ότι κάποιος ξέχασε κάτι που είχε υποσχεθεί. Αντί να αναγνωρίσει την παράλειψή του, μπορεί να την παρουσιάσει ως μια προσπάθεια να μας προστατεύσει ή να μη μας επιβαρύνει. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγει να αναλάβει την ευθύνη του.
-
Κρύβουν τις απαιτήσεις τους πίσω από συμβουλές
«Δεν σου λέω τι να κάνεις, αλλά στη θέση σου θα το άλλαζα αμέσως».
Φυσικά, όλοι έχουμε δικαίωμα να εκφράζουμε τη γνώμη μας. Υπάρχει, όμως, διαφορά ανάμεσα σε μια καλοπροαίρετη συμβουλή και σε μια παρατήρηση που επαναλαμβάνεται μέχρι να κάνουμε αυτό που θέλει ο άλλος.
-
Μας κάνουν να αμφιβάλλουμε για το ενδιαφέρον μας
«Μακάρι να νοιαζόσουν λίγο περισσότερο».
Ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο δύσκολες φράσεις για έναν άνθρωπο που προσπαθεί να μη στενοχωρεί κανέναν. Γιατί αγγίζει ακριβώς τον φόβο του ότι δεν είναι αρκετά καλός, δοτικός ή υποστηρικτικός. Έτσι, μπορεί να καταλήξει να συμφωνήσει σε κάτι που δεν θέλει, μόνο και μόνο για να αποδείξει ότι νοιάζεται.
Το σημαντικό είναι να θυμόμαστε πως μια μεμονωμένη φράση δεν αρκεί για να χαρακτηρίσουμε κάποιον χειριστικό. Όταν όμως τέτοιες συμπεριφορές επαναλαμβάνονται και τα όριά μας παραβιάζονται συστηματικά, χρειάζεται να δούμε πιο προσεκτικά τη σχέση.

Γιατί μας είναι τόσο δύσκολο να βάλουμε όρια;
Πολλές φορές η δυσκολία να πούμε «όχι» δεν εμφανίζεται ξαφνικά στην ενήλικη ζωή μας. Μπορεί να έχει τις ρίζες της σε όσα μάθαμε μεγαλώνοντας.
Ένα παιδί που συνηθίζει να βάζει τις ανάγκες των άλλων πρώτες, ενδέχεται να συνδέσει την αγάπη και την αποδοχή με τη διαρκή εξυπηρέτηση. Μεγαλώνοντας, μπορεί να αισθάνεται ότι κάθε άρνηση είναι μια μικρή απογοήτευση που προκαλεί στους γύρω του.
Από την άλλη, κάποιος που έχει μάθει ότι οι ανάγκες του δεν ακούγονται εύκολα ίσως καταφεύγει στην επιμονή ή στην έμμεση πίεση για να πετύχει αυτό που θέλει.
Βέβαια, δεν εξηγούνται όλες οι συμπεριφορές από την παιδική ηλικία. Οι εμπειρίες, ο χαρακτήρας και οι σχέσεις που δημιουργούμε στην πορεία επηρεάζουν επίσης τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούμε.
Μήπως χρειάζεται να γίνουμε λίγο πιο εγωιστές;
Η λέξη «εγωισμός» έχει συνήθως αρνητική σημασία. Ωστόσο, υπάρχει και ο λεγόμενος υγιής εγωισμός, που δεν έχει καμία σχέση με την αδιαφορία για τους άλλους.
Σημαίνει να αναγνωρίζουμε ότι έχουμε κι εμείς ανάγκες, να προστατεύουμε τον προσωπικό μας χρόνο και να μη νιώθουμε υποχρεωμένοι να είμαστε πάντοτε διαθέσιμοι.
Ο Σκοτ Μπάρι Κάουφμαν και ο ερευνητής Εμάνουελ Γιάουκ μελέτησαν αυτή την έννοια σε έρευνα που δημοσιεύθηκε στο Frontiers in Psychology.
Τα ευρήματα έδειξαν ότι ο υγιής εγωισμός συνδεόταν με υψηλότερη αυτοεκτίμηση, μεγαλύτερη ικανοποίηση από τη ζωή και καλύτερη ψυχική ευημερία. Αντίθετα, η υπερβολική αυτοθυσία, όταν γίνεται εις βάρος των προσωπικών αναγκών, παρουσίαζε συσχέτιση με περισσότερα καταθλιπτικά συμπτώματα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η γενναιοδωρία βλάπτει την ψυχική μας υγεία ή ότι η υπερβολική προσφορά προκαλεί κατάθλιψη. Μας υπενθυμίζει, όμως, κάτι ουσιαστικό: μπορούμε να νοιαζόμαστε για τους άλλους χωρίς να παραμελούμε τον εαυτό μας.
Μια υγιής σχέση χρειάζεται δύο ανθρώπους που σέβονται τα όρια
Για να αλλάξει μια τέτοια κατάσταση, δεν αρκεί μόνο να μάθουμε να λέμε «όχι». Χρειάζεται και ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντί μας να μάθει να το αποδέχεται.
Δεν είναι απαραίτητο να δίνουμε κάθε φορά μεγάλες εξηγήσεις για τις αποφάσεις μας. Το ότι δεν έχουμε διάθεση, χρόνο ή ενέργεια να κάνουμε κάτι είναι ένας απολύτως θεμιτός λόγος για να αρνηθούμε.
Αντίστοιχα, όταν εμείς ζητάμε κάτι από κάποιον, χρειάζεται να θυμόμαστε ότι έχει το δικαίωμα να μη συμφωνήσει. Μπορεί να απογοητευτούμε, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να συνεχίσουμε να τον πιέζουμε μέχρι να αλλάξει γνώμη.
Άλλωστε, η αγάπη δεν μετριέται με το πόσες φορές λέμε «ναι», ούτε η φροντίδα αποδεικνύεται μέσα από τη διαρκή αυτοθυσία.
Οι ουσιαστικές σχέσεις έχουν χώρο και για τις ανάγκες των δύο πλευρών. Έχουν κατανόηση, ειλικρίνεια και, κυρίως, σεβασμό.
Γιατί το να είμαστε καλοί με τους άλλους δεν σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε άδικοι με τον εαυτό μας.
