Όταν φεύγει ένα κατοικίδιο: Γιατί το πένθος μπορεί να είναι τόσο βαθύ όσο για έναν άνθρωπο
Τα κατοικίδια μπαίνουν στη ζωή μας γνωρίζοντας, κατά βάθος, ότι πιθανότατα θα φύγουν πριν από εμάς. Αυτό όμως δεν κάνει τον αποχωρισμό ευκολότερο. Για πολλούς ανθρώπους, ο θάνατος ενός ζώου δεν αποτελεί απλώς μια δυσάρεστη στιγμή, αλλά μια απώλεια που μπορεί να επηρεάσει βαθιά την ψυχική υγεία και την καθημερινότητά τους.
Μια νέα επιστημονική μελέτη επιχειρεί να αποτυπώσει το πραγματικό μέγεθος αυτού του πένθους και να απαντήσει σε ένα ερώτημα που συχνά αντιμετωπίζεται με αμηχανία. Μπορεί η απώλεια ενός κατοικίδιου να πονά όσο η απώλεια ενός ανθρώπου;
Τα κατοικίδια ως πραγματικά μέλη της οικογένειας
Η θέση των ζώων μέσα στην οικογένεια έχει αρχίσει να αναγνωρίζεται και σε θεσμικό επίπεδο. Στην Ισπανία, τα κατοικίδια θεωρούνται πλέον νομικά μέλη της οικογένειας. Παράλληλα, το 2025, το Ανώτατο Δικαστήριο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης αποφάσισε ότι οι σκύλοι μπορούν να αναγνωρίζονται ως άμεσα μέλη μιας οικογένειας βάσει της πολιτειακής νομοθεσίας.
Η στενή σχέση ανθρώπων και ζώων δεν αφορά μόνο τη συντροφικότητα. Περιλαμβάνει καθημερινή φροντίδα, ευθύνη, προστασία και συναισθηματικό δεσμό.
Η Shelly Volsche, επίκουρη καθηγήτρια Ανθρωπολογίας στο Boise State University, έχει εξηγήσει ότι η ανθρώπινη ανάγκη να φροντίζουμε ένα άλλο έμβιο ον δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην ανατροφή παιδιών.
«Οι άνθρωποι δεν έχουν εξελιχθεί αποκλειστικά για να γίνονται γονείς, αλλά για να φροντίζουν. Μέσα σε αυτή τη φροντίδα, το “ποιον” και το “πότε” αποδεικνύεται πιο ευέλικτο από όσο νομίζαμε», είχε επισημάνει.
Ακριβώς γι’ αυτό, όταν ένα κατοικίδιο πεθαίνει, δεν χάνεται μόνο ένα ζώο. Χάνεται ένας σταθερός σύντροφος, μια καθημερινή παρουσία και ένα πλάσμα γύρω από το οποίο είχε διαμορφωθεί ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής του ανθρώπου που το φρόντιζε.
Το πένθος που μπορεί να κρατήσει μήνες ή χρόνια
Μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLOS One δείχνει ότι ο θάνατος ενός κατοικίδιου μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχή παρατεταμένου πένθους, γνωστή ως Prolonged Grief Disorder ή PGD.
Πρόκειται για μια κατάσταση που μπορεί να επιμένει για μήνες ή ακόμη και χρόνια. Το άτομο μπορεί να νιώθει έντονη λαχτάρα για εκείνον που έχασε, βαθιά θλίψη και απόγνωση, ενώ συχνά δυσκολεύεται να επιστρέψει στην κοινωνική ζωή και να ανταποκριθεί στις καθημερινές του υποχρεώσεις.
Μέχρι σήμερα, η συγκεκριμένη διάγνωση αφορά μόνο το πένθος που ακολουθεί τον θάνατο ενός ανθρώπου. Ωστόσο, ο συγγραφέας της μελέτης υποστηρίζει ότι οι διαγνωστικές οδηγίες θα πρέπει να επανεξεταστούν, ώστε να συμπεριλάβουν και όσους υποφέρουν μετά την απώλεια ενός κατοικίδιου.
Τι έδειξε η έρευνα
Στη μελέτη συμμετείχαν 975 ενήλικες από το Ηνωμένο Βασίλειο. Από όσους είχαν χάσει κατοικίδιο, το 7,5% πληρούσε τα διαγνωστικά κριτήρια για διαταραχή παρατεταμένου πένθους.
Το ποσοστό αυτό ήταν σχεδόν ίδιο με εκείνο που καταγράφηκε σε ανθρώπους οι οποίοι είχαν χάσει έναν στενό φίλο.
Παράλληλα, η διαφορά ήταν μικρή σε σύγκριση με άλλες ανθρώπινες απώλειες. Το αντίστοιχο ποσοστό έφτανε το 8,3% μετά τον θάνατο παππού ή γιαγιάς, το 8,9% μετά την απώλεια αδελφού ή αδελφής και το 9,1% μετά τον θάνατο συντρόφου.
Υψηλότερα ποσοστά εμφανίστηκαν μετά την απώλεια γονέα, όπου το ποσοστό έφτασε το 11,2%, και μετά τον θάνατο παιδιού, όπου άγγιξε το 21,3%.

Για κάποιους ανθρώπους ο πόνος ήταν ακόμη μεγαλύτερος
Ένα από τα πιο αποκαλυπτικά ευρήματα της έρευνας ήταν ότι περίπου ένας στους πέντε συμμετέχοντες που είχαν χάσει τόσο κατοικίδιο όσο και άνθρωπο θεωρούσε πιο επώδυνο τον θάνατο του ζώου.
Το στοιχείο αυτό έρχεται σε αντίθεση με την αντίληψη ότι το πένθος για ένα κατοικίδιο είναι υποχρεωτικά πιο ήπιο ή λιγότερο σημαντικό.
Μάλιστα, προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι αρκετοί άνθρωποι διστάζουν να εκφράσουν ανοιχτά τη θλίψη τους για το ζώο που έχασαν. Ορισμένοι νιώθουν αμηχανία ή ντροπή, ενώ άλλοι φοβούνται ότι το περιβάλλον τους θα θεωρήσει την αντίδρασή τους υπερβολική.
Έτσι, εκτός από την ίδια την απώλεια, καλούνται συχνά να διαχειριστούν και την έλλειψη κοινωνικής κατανόησης.
Ένα πένθος που παραμένει συχνά αόρατο
Οι ερευνητές υπολογίζουν ότι περίπου μία στις δώδεκα περιπτώσεις διαταραχής παρατεταμένου πένθους στο Ηνωμένο Βασίλειο συνδέεται με τον θάνατο κατοικίδιου.
Ο Philip Hyland, καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Maynooth της Ιρλανδίας και επικεφαλής της μελέτης, εξηγεί ότι τα σοβαρά συμπτώματα που εμφανίζονται μετά την απώλεια ενός ζώου είναι ουσιαστικά ίδια με εκείνα που ακολουθούν τον θάνατο ενός ανθρώπου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα αποτελέσματα προσφέρουν «συνεπή και πειστικά στοιχεία» ότι το πένθος για ένα κατοικίδιο δεν είναι λιγότερο αληθινό ούτε λιγότερο δικαιολογημένο.
Γιατί οι σημερινές διαγνωστικές οδηγίες θεωρούνται προβληματικές
Ο Hyland επισημαίνει ότι οι ισχύοντες κανόνες δεν επιτρέπουν στους ειδικούς να διαγνώσουν διαταραχή παρατεταμένου πένθους όταν η απώλεια αφορά κατοικίδιο.
Όπως αναφέρει, οι άνθρωποι μπορούν να βιώσουν κλινικά σημαντικό πένθος μετά τον θάνατο ενός ζώου, και μάλιστα σε ποσοστά παρόμοια με εκείνα που καταγράφονται έπειτα από αναγνωρισμένες ανθρώπινες απώλειες.
Αυτό δημιουργεί ένα ξεκάθαρο κενό. Ένας άνθρωπος μπορεί να εμφανίζει όλα τα συμπτώματα της διαταραχής και να πληροί τα σχετικά διαγνωστικά κριτήρια, αλλά να μην μπορεί να λάβει επίσημη διάγνωση μόνο και μόνο επειδή εκείνος που πέθανε ανήκε σε διαφορετικό είδος.
Η μελέτη δεν υποστηρίζει ότι κάθε απώλεια κατοικίδιου οδηγεί αναγκαστικά σε σοβαρή ψυχική διαταραχή. Δείχνει, όμως, ότι ο πόνος μπορεί να γίνει βαθύς, επίμονος και απολύτως πραγματικός. Και αυτό σημαίνει ότι όσοι πενθούν ένα ζώο δεν χρειάζονται υποτίμηση ή αμήχανα σχόλια. Χρειάζονται χρόνο, κατανόηση και, όταν το πένθος επηρεάζει έντονα τη ζωή τους, ουσιαστική ψυχολογική υποστήριξη.
