Μάρω Κοντού: Έφυγε από τη ζωή στα 92 της η μεγάλη ηθοποιός!
Μια ολόκληρη εποχή του ελληνικού θεάματος αποχαιρετά μία από τις πιο ξεχωριστές πρωταγωνίστριές της. Η Μάρω Κοντού έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών, αφήνοντας πίσω της μια σπουδαία διαδρομή στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, αλλά και ρόλους που παραμένουν ζωντανοί στη συλλογική μνήμη.
Το τελευταίο διάστημα η αγαπημένη ηθοποιός αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και έδινε μάχη με τον καρκίνο του πνεύμονα. Αρχικά νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο «Αττικόν» και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στον «Άγιο Σάββα», όπου συνέχισε τη νοσηλεία της.
Η περιπέτεια με την υγεία της είχε ξεκινήσει τον Ιούνιο, όταν εισήχθη στο νοσοκομείο. Τότε, ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ, Μιχάλης Γιαννάκος, είχε μιλήσει στην εκπομπή «Buongiorno» για την κατάστασή της, αναφέροντας ότι αντιμετώπιζε σοβαρό πνευμονολογικό πρόβλημα, χωρίς ωστόσο να έχει κριθεί απαραίτητη εκείνη την περίοδο η εισαγωγή της σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.
Η είδηση του θανάτου της σκόρπισε θλίψη στον καλλιτεχνικό κόσμο και στους ανθρώπους που την αγάπησαν μέσα από μια πορεία δεκαετιών. Γιατί η Μάρω Κοντού δεν υπήρξε απλώς μία ακόμη μεγάλη πρωταγωνίστρια της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Υπήρξε μία από τις τελευταίες εκπροσώπους μιας γενιάς ηθοποιών που διαμόρφωσε ένα σημαντικό κομμάτι της πολιτιστικής ιστορίας της χώρας.
Από το Κουκάκι στον κόσμο της τέχνης
Η Μαριάνθη, «Μάρω» Κοντού γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου 1934 στο Κουκάκι, ενώ η καταγωγή της ήταν από τα Ψαρά. Αποφοίτησε από το Γ’ Γυμνάσιο Θηλέων Μακρυγιάννη και από νωρίς στράφηκε στον χορό, ολοκληρώνοντας τις σπουδές της και εξασφαλίζοντας υποτροφία για τη σχολή HLADEK στη Γερμανία.
Οι καλλιτεχνικές της αναζητήσεις δεν την εμπόδισαν να ακολουθήσει και πανεπιστημιακές σπουδές. Φοίτησε στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, χτίζοντας μια πολύπλευρη προσωπικότητα που δεν περιορίστηκε ποτέ αποκλειστικά στην υποκριτική.
Το πρώτο ουσιαστικό βήμα της στον επαγγελματικό καλλιτεχνικό χώρο έγινε το 1954, όταν εντάχθηκε στον χορό Αρχαίας Τραγωδίας του Εθνικού Θεάτρου. Παρέμεινε εκεί μέχρι το 1958 και στη συνέχεια έλαβε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού ως εξαιρετικό ταλέντο από Ανώτατη Κρατική Επιτροπή του υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Το 1959 ήρθε η πρώτη της θεατρική εμφάνιση στο πλευρό του Δημήτρη Χορν, στο έργο «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντεβάλ. Ήταν η αρχή μιας πορείας που σύντομα θα την έφερνε ανάμεσα στις σημαντικότερες και πιο αναγνωρίσιμες πρωταγωνίστριες της γενιάς της.

Οι ταινίες που την έκαναν κομμάτι της ζωής μας
Η κινηματογραφική διαδρομή της Μάρως Κοντού υπήρξε πλούσια και γεμάτη επιτυχίες. Σε μια καριέρα που απλώθηκε σε περισσότερες από τρεις δεκαετίες, πρωταγωνίστησε σε 61 ταινίες μεγάλου μήκους, ενώ η θεατρική της παρουσία περιλάμβανε περίπου 90 έργα από το ελληνικό και το ξένο ρεπερτόριο.
Το όνομά της συνδέθηκε με μερικές από τις πιο αγαπημένες ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. «Τα κίτρινα γάντια», «Αλίμονο στους νέους», «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης», «Η Σωφερίνα», «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα», «Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι», «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» και «Ο μπλοφατζής» αποτελούν μόνο ένα μέρος της μεγάλης κινηματογραφικής κληρονομιάς της.
Από όλους τους ρόλους της, όμως, η Ελένη Κοκοβίκου στην ταινία «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» του 1965 απέκτησε τη δική της ξεχωριστή θέση στην ιστορία του ελληνικού σινεμά. Στο πλευρό του Γιώργου Κωνσταντίνου, η Μάρω Κοντού δημιούργησε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και αγαπημένα κινηματογραφικά ζευγάρια.
Χρόνια αργότερα, το 2012, επέστρεψε συμβολικά στην Ελενίτσα Κοκοβίκου μέσα από την ταινία «Αν…». Ήταν μια μικρή αλλά ιδιαίτερα φορτισμένη στιγμή, που ένωσε το παλιό ελληνικό σινεμά με μια νεότερη κινηματογραφική εποχή.
Η τηλεόραση ήταν επίσης ένα μεγάλο κεφάλαιο
Η Μάρω Κοντού δεν έμεινε μόνο στη μεγάλη οθόνη και στη θεατρική σκηνή. Η τηλεόραση αποτέλεσε ένα ακόμη σημαντικό κομμάτι της καριέρας της, με συμμετοχές σε παραγωγές που αγαπήθηκαν από το κοινό.
Από τη «Χαρούμενη Κυριακή» και το θρυλικό «Λούνα Παρκ» μέχρι τη «Μια απίθανη γιαγιά», την «Οικογένεια Καζίνο» και τη σειρά «Και οι τέσσερις ήταν υπέροχες», η παρουσία της κάλυψε διαφορετικές εποχές της ελληνικής τηλεόρασης.
Στα τελευταία χρόνια της καριέρας της επέστρεψε δυναμικά στη μικρή οθόνη μέσα από τη σειρά «Η Γη της Ελιάς». Η συμμετοχή της επιβεβαίωσε πως η σχέση της με την υποκριτική παρέμενε ζωντανή και ουσιαστική μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής της.
Το 1990 πέρασε και από τον ρόλο της παρουσιάστριας, αναλαμβάνοντας την εκπομπή «Χωρίς παρεξήγηση» στην ΕΤ2. Η εκπομπή ολοκλήρωσε τον κύκλο της σε 14 επεισόδια, ενώ στην πρεμιέρα της είχε υποδεχθεί τη Ρένα Βλαχοπούλου.
Μια ζωή που δεν περιορίστηκε στην υποκριτική
Η τέχνη για τη Μάρω Κοντού είχε πολλές μορφές. Εκτός από την υποκριτική, ασχολήθηκε και με τη ζωγραφική, παρουσιάζοντας το 1993 έκθεση στην γκαλερί Αντήνωρ. Έργο της βρίσκεται επίσης στο Μουσείο Βορρέ.
Παράλληλα, είχε ενεργή παρουσία στην πολιτική και την κοινωνική ζωή. Από το 1994 έως το 2002 διετέλεσε δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων, κατά τη δημαρχία του Δημήτρη Αβραμόπουλου, ενώ από το 1995 έως το 2002 ανέλαβε την προεδρία του δημοτικού ραδιοφωνικού σταθμού Αθήνα 9.84.
Υπηρέτησε επίσης ως βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας στην Α’ Περιφέρεια Αθηνών και από το 2004 έως το 2006 διετέλεσε πρόεδρος του κέντρου βρεφών «ΜΗΤΕΡΑ».
Οι δύο γάμοι και η προσωπική της ζωή
Στην προσωπική της ζωή, η Μάρω Κοντού είχε παντρευτεί τον διευθυντή φωτογραφίας της Φίνος Φιλμ, Αριστείδη Καρύδη Φουκς, καθώς και τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα.
Παρότι έζησε για δεκαετίες στο επίκεντρο της δημοσιότητας, κατάφερε να δημιουργήσει μια σχέση με το κοινό που ξεπερνούσε την εικόνα της διάσημης πρωταγωνίστριας. Η κομψότητα και η ομορφιά της ήταν αναμφισβήτητες, όμως δεν ήταν αυτές που εξηγούσαν τη διάρκεια της παρουσίας της. Το χιούμορ, ο δυναμισμός και η αμεσότητά της ήταν τα στοιχεία που την κράτησαν οικεία ακόμη και σε ανθρώπους που γεννήθηκαν πολλά χρόνια μετά τη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου.

